Έχετε απορίες για την Ιγμορίτιδα;

ΕΧΕΤΕ ΑΠΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΓΜΟΡΙΤΙΔΑ ; ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Τι είναι η ιγμορίτιδα; Τι συμπτώματα έχει;
Η ιγμορίτιδα είναι η φλεγμονή των ιγμόρειων κόλπων, δηλαδή οι κοιλότητες που βρίσκονται στο πρόσωπό μας γεμίζουν με πύο. Αυτή η κατάσταση προκαλεί μπούκωμα στη μύτη πόνο και αίσθημα βάρους στο πρόσωπο.

Πόσες µορφές ιγμορίτιδας έχουμε;
Έχουμε 2 μορφές ιγμορίτιδας την οξεία και τη χρόνια.

Ποια είναι τα σημάδια και τα συμπτώματα της οξείας και της χρόνιας ιγμορίτιδας;
Η οξεία ιγμορίτιδα είναι συνήθως επιπλοκή που οφείλεται στην λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού (κρυολόγημα). Όταν δεν θεραπευτεί επαρκώς ή εάν το μικρόβιο είναι ανθεκτικό στα αντιβιοτικά και η ιγμορίτιδα παραμένει για περισσότερο από 3 μήνες τότε η οξεία μετατρέπεται σε χρόνια.

Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση γίνεται από το ιστορικό, δηλαδή από πληροφορίες που μας δίνει ο ασθενής την κλινική εξέταση και την ενδοσκόπηση στην μύτη, δηλαδή χρησιμοποιούμε ειδική κάμερα την οποία τοποθετούμε στην μύτη και ερευνούμε κατά πόσο υπάρχουν στοιχεία φλεγμονής συμβατά με την ιγμορίτιδα όπως π.χ. πύο στα στόμια των ιγμορείων.

Ποια η διαφορά μεταξύ ρινίτιδας και ιγμορίτιδας;
Ρινίτιδα είναι η φλεγμονή που αφορά μόνο τη ρινική κοιλότητα δηλαδή τη μύτη και δεν προσβάλλει τα ιγμόρεια.

Ποιες επιπλοκές μπορεί να δημιουργήσει στον οργανισμό η ιγμορίτιδα;
Η ιγμορίτιδα μπορεί να προκαλέσει πολλές και σοβαρές επιπλοκές. Λόγω του ότι γειτνιάζει με τα μάτια και τη βάση του κρανίου η φλεγμονή αυτή μπορεί να επεκταθεί στα μάτια ή και τον εγκέφαλο με αποτέλεσμα να επηρεάσει την όραση, να προκαλέσει διπλωπία, τύφλωση ή ακόμη και μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα και πολλά άλλα.

Επανεμφανίζεται;
Δυστυχώς υπάρχει πιθανότητα επανεμφάνισης ειδικά σε ασθενείς που έχουν πολύποδες. Η πιθανότητα όμως αυτή μειώνετε με την σωστή φαρμακευτική και χειρουργική θεραπεία.

Κάποιες κακές συνήθειες όπως, τσιγάρο, ποτό κτλ. μπορούν να επιδεινώσουν την κατάσταση αν έχει κάποιος ιγμορίτιδα;
Το κάπνισμα μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση όμως δεν είναι η αιτία που προκαλεί την ιγμορίτιδα.

Κατά τον ίδιο τρόπο επηρεάζουν και τα ταξίδια με αεροπλάνο;
Τα ταξίδια σε άτομα που έχουν πολύποδες και είναι φραγμένες οι είσοδοι των ιγμορείων μπορεί να προκαλέσουν πόνο γιατί υπάρχει πιθανότητα να εγκλωβιστεί αέρας εντός της κοιλότητας των ιγμορείων ή των μετωπιαίων κόλπων.

Οι ρινικές αλλεργίες μπορούν να εξελιχθούν σε ιγμορίτιδα;
Παλιότερα υπήρχε η λανθασμένη αντίληψη ότι όλοι οι ασθενείς που έχουν ιγμορίτιδα είναι αλλεργικοί κάτι το οποίο είναι λάθος. Οι μισοί ασθενείς που έχουν χρόνια ιγμορίτιδα είναι επί εδάφους αλλεργίας οι υπόλοιποι ασθενείς η αιτία είναι η ανεπαρκής θεραπεία της οξείας ιγμορίτιδας η η ακόμη και η ανθεκτικότητα των μικροβίων στα αντιβιοτικά .

Τι κίνδυνο διατρέχουν άτομα με ρινικούς πολύποδες;
Ο κίνδυνος είναι η εμφάνιση των πιο πάνω επιπλοκών που προαναφέραμε, δηλαδή επέκταση στα μάτι ή ακόμη και στον εγκέφαλο.

Πώς αντιμετωπίζεται; Ποια φαρμακευτική αγωγή συστήνεται; Τα αποσυμφορητικά σπρέι βοηθούν;
Τα αποσυμφορητικά σπρέι βοηθούν αλλά βοηθά περισσότερο η χρήση κορτιζονούχων σπρέι και οι συχνές πλύσεις με αλατόνερο.

Υπάρχει η δυνατότητα χειρουργικής επέμβασης;
Μπορεί να γίνει χειρουργική επέμβαση από εξειδικευμένους γιατρούς οι οποίοι γνωρίζουν καλά τις ενδοσκοπικές επεμβάσεις. Η επέμβαση αυτή γίνεται μέσα από τη μύτη χωρίς εξωτερικές τομές με τη χρήση κάμερας και είναι εντελώς ανώδυνες. Δεν τοποθετούνται γάζες στη μύτη όπως παλιότερα που οι ασθενείς ταλαιπωρούνταν και πονούσαν για αρκετές ημέρες μετά την εγχείρηση. Οι εγχειρήσεις που γίνονταν παλιότερα με τομή μέσα από τα χείλη έχουν σχεδόν καταργηθεί γιατί δημιουργούν πολλά προβλήματα στους ασθενείς.

Οι ρινικές πλύσεις έχουν θεραπευτική δράση;
Οι ρινικές πλύσεις όπως και τα υπόλοιπα φαρμακευτικά σκευάσματα βοηθούν στην καταπολέμηση των συμπτωμάτων.

Προληπτικά τι μπορούμε να κάνουμε;
Προληπτικά το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να ακολουθήσει κατάλληλη θεραπευτική αγωγή σε περίπτωση οξείας ιγμορίτιδας ούτως ώστε να αποφευχθεί η μετάβασή της σε χρόνια.

Συστήνεται το άτομο να ακολουθεί κάποια διατροφή;
Να αποφεύγονται φαγητά και πράγματα τα οποία μπορεί να σας προκαλέσουν αλλεργία.

Ποιες πρακτικές συμβουλές θα μας δίνατε;
Πολλές πλύσεις με αλατόνερο και επίσκεψη σε γιατρό εξειδικευμένο στη ρινολογία.

Γεράσιμος Κυριακίδης
Md E.N.T

Διαταραχές Γεύσης και Όσφρησης

Αν έχετε πρόβλημα όσφρησης ή γεύσης είναι σημαντικό να θυμάστε ότι δεν είστε μόνοι σας: χιλιάδες άλλοι άνθρωποι έχουν αντιμετωπίσει την ίδια κατάσταση.  Πάνω από 200.000 άτομα επισκέπτονται τον γιατρό για προβλήματα όσφρησης ή γεύσης κάθε χρόνο.  Πολλές δε τέτοιες διαταραχές δεν αναφέρονται καν.

ΠΩΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙ Η ΟΣΦΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΓΕΥΣΗ;

Η όσφρηση και η γεύση ανήκουν στο χημικό αισθητήριο σύστημα.  Η πολύπλοκη διαδικασία ξεκινά όταν μικροσκοπικά μόρια που απελευθερώνονται από ουσίες γύρω μας διεγείρουν ειδικά κύτταρα στη μύτη, το στόμα και το λαιμό.  Αυτά τα ειδικά αισθητικά κύτταρα μεταβιβάζουν το μήνυμα με νεύρα στον εγκέφαλο όπου αναγνωρίζονται συγκεκριμένες μυρωδιές ή γεύσεις.

Τα οσφρητικά κύτταρα διεγείρονται από οσμές γύρω μας.  Βρίσκονται σε μια μικρή περιοχή ψηλά μέσα στη μύτη και συνδέονται κατ’ ευθείαν με τον εγκέφαλο.

Τα γευστικά κύτταρα αντιδρούν στα φαγητά και τα ποτά.  Αυτά τα επιφανειακά κύτταρα στο στόμα στέλνουν τις πληροφορίες στις νευρικές τους ίνες.  Τα γευστικά κύτταρα είναι συγκροτημένα στους γευστικούς κάλυκες του στόματος και λαιμού

Πολλά από τα μικρά εξογκώματα που φαίνονται στη γλώσσα περιέχουν γευστικούς κάλυκες.

Επιστήμονες έχουν δημιουργήσει ένα εύκολο χειριζόμενο τεστ “ξύστε και μυρίστε” για την αξιολόγηση της αίσθησης της όσφρησης.  Ο ασθενής ξύνει κομμάτια χαρτιού, που απελευθερώνουν διάφορες οσμές, μυρίζει και προσπαθεί να αναγνωρίσει κάθε μια από μια λίστα διαφόρων οσμών.

Στην εξέταση της γεύσης ο ασθενής απαντά σε διάφορες χημικές συγκεντρώσεις .

Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει ένα απλό “πιές φτύσε και ξέπλυνε” τεστ ή μπορεί οι χημικές ουσίες να εφαρμόζονται κατ’ ευθείαν σε συγκεκριμένες περιοχές της γλώσσας.

ΕΙΝΑΙ ΣΟΒΑΡΕΣ;

Ο ασθενής με ελαττωματική όσφρηση ή γεύση στερείται από ένα προειδοποιητικό σύστημα, που οι περισσότεροι μας το διαθέτουμε. Οσμές και γεύσεις μας ξυπνούν σε φωτιές, δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, διαφυγές γκαζιού, χαλασμένες τροφές ή ποτά.

Η απώλεια μπορεί επίσης να οδηγήσει σε κατάθλιψη.

Ανωμαλίες στη λειτουργία της γεύσης ή της όσφρησης συχνά συνοδεύουν ή ακόμα ειδοποιούν για την ύπαρξη αρκετών παθήσεων ή ανθυγιεινών καταστάσεων όπως παχυσαρκία, διαβήτης, υπέρταση, κακή διατροφή ή μερικών εκφυλιστικών παθήσεων του νευρικού συστήματος όπως Parkinson νόσος Alzheimer, ψύχωση Korsakoff.

ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΘΕΡΑΠΕΥΤΟΥΝ:

Αν κάποιο φάρμακο είναι η αιτία η διακοπή του ή η αλλαγή του μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Μερικό ασθενείς ειδικά εκείνοι με αναπνευστικές λοιμώξεις ή αλλεργίες ανακτούν την γεύση ή όσφρηση τους με την ανάρρωση.  Σε πολλές περιπτώσεις ρινικά εμπόδια όπως οι πολύποδες μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά ώστε να αποκατασταθεί η ροή του αέρα.  Συχνά η διόρθωση ενός γενικότερου ιατρικού προβλήματος μπορεί επίσης να διορθώσει την απώλεια της γεύσης ή της όσφρησης.

Σποραδικά η ανάκτηση γεύσης ή όσφρησης συμβαίνει αυτόματα.

ΤΙ ΕΡΕΥΝΑ  ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ;

Αξιοσημείωτη πρόοδος έχει γίνει στην απόδειξη της φύσης των αλλαγών που συμβαίνουν στην χημική αίσθηση με την ηλικία.  Είναι σήμερα γνωστό ότι η ηλικία παίζει πιο μεγάλο ρόλο στην όσφρηση παρά στην γεύση.

Έχει βρεθεί ότι η αίσθηση της όσφρησης αρχίζει να μειώνεται μετά τα 60.  Οι γυναίκες είναι γενικά πιο σωστές στην αναγνώριση οσμών από ότι οι άντρες.  Το κάπνισμα μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ικανότητα αναγνώρισης οσμών και στα δύο φύλα.

Αν και φάρμακα μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα κάποια άλλα και ιδιαίτερα τα αντιαλλεργικά φαίνεται να βελτιώνουν.

Γίνεται έρευνα να βρεθούν φάρμακα παρόμοια των αντιαλλεργικών ώστε να χρησιμοποιηθούν στην θεραπεία ασθενών με απώλειες γεύσης και όσφρησης.  Τα οσφρητικά και τα γευστικά κύτταρα είναι τα μόνα αισθητήρια κύτταρα τα οποία κανονικά αντικαθίστανται κατά τη διάρκεια της ζωής.

Ερευνητές εξετάζουν αυτό το φαινόμενο που μπορεί να μας προμηθεύσει τρόπους αντικατάστασης κατεστραμμένων αισθητηριακών ή νευρικών κυττάρων.

Ένας τρίτος χημικά αισθητήριος μηχανισμός που ονομάζεται κοινή χημική αίσθηση, συμβάλλει και βοηθάει τις αισθήσεις μας της όσφρησης και της γεύσης.  Σ’ αυτό το σύστημα χιλιάδες νευρικές απολήξεις – ειδικά στους βλεννογόνους των ματιών, της μύτης, του στόματος και του φάρυγγα δημιουργούν την αίσθηση της αμμωνίας, του κρύου αισθήματος της μέντας ή τον ερεθισμό του πιπεριού.

Μπορούμε συνήθως να αναγνωρίσουμε 4 βασικές γευστικές αισθήσεις:  γλυκό, ξινό, πικρό, αλμυρό.  Στο στόμα αυτές οι γεύσεις με την υγρασία, την θερμοκρασία και τις αισθήσεις από το κοινό χημικό αισθητήριο σύστημα συνδυάζονται με οσμές για να παράγουν την αντίληψη της γεύσης.

Είναι η γεύση που μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε αν τρώμε ένα αχλάδι ή ένα μήλο.

Γεύσεις αναγνωρίζονται κυρίως μέσω της αίσθησης της όσφρησης.  Αν κρατάτε την μύτη σας κλειστεί ενώ τρώτε σοκολάτα – για παράδειγμα – θα δυσκολευτείτε να αναγνωρίσετε τη γεύση της σοκολάτας – αν και ακόμα μπορείτε να διακρίνετε το γλυκό ή το πικρό.  Κι’ αυτό επειδή η γνωστή γεύσης της σοκολάτας γίνεται αντιληφθεί από την μυρωδιά.  Το ίδιο συμβαίνει με την επίσης πολύ καλά γνωστή μας γεύση του καφέ.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΟΣΦΡΗΣΗΣ-ΓΕΥΣΗΣ;

Οι πιο συνηθισμένες παθήσεις είναι η απώλεια της όσφρησης ή της γεύσης.  Η εξέταση μπορεί να δείξει μια μειωμένη ικανότητα διάκρισης μυρωδιών (υποσμία) ή γλυκών, πικρών, ξινών, αλμυρών γεύσεων (υπογεύσια).  Κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να διακρίνουν καμία μυρωδιά (ανοσμία) ή γεύση (αγευσία).

Σ΄ άλλες διαταραχές των χημικών αισθήσεων το σύστημα μπορεί να αναγνωρίζει λάθος μια μυρωδιά ή γεύση.  Ή μπορεί να αντιλαμβάνεται άσχημη μυρωδιά ή γεύση σε μια ουσία που κανονικά είναι ευχάριστη.  Γενικά οι οσφρητικές διαταραχές είναι πιο συνηθισμένες από τις γευστικές.  Σπάνια συμβαίνουν μαζί.

ΤΙ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΜΙΑ ΟΣΦΡΗΤΙΚΗ Ή ΓΕΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ;   

Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μ΄ αυτή τη διαταραχή, αλλά οι περισσότεροι την αποκτούν μετά από τραυματισμό ή ασθένεια.  Οι μολύνσεις του ανώτερου αναπνευστικού ευθύνονται για μερικές τέτοιες απώλειες όσφρησης ή γεύσης.  Τραυματισμοί στο κεφάλι μπορούν επίσης να προκαλέσουν τέτοια προβλήματα.  Μπορούν επίσης να είναι αποτέλεσμα πολυπόδων των ρινικών κοιλοτήτων, μολύνσεων παραρρινικών κόλπων, ορμονικών διαταραχών ή οδοντιατρικών προβλημάτων.  Η απώλεια της γεύσης ή της όσφρησης μπορεί να προκληθεί από έκθεση σε χημικά όπως π.χ. τα εντομοκτόνα ή κάποια φάρμακα.  Ασθενείς που λαμβάνουν ακτινοθεραπεία για καρκίνο εγκεφάλου ή τραχήλου αναπτύσουν οσφρητικές ή γευστικές διαταραχές.

ΠΩΣ ΔΙΑΓΙΓΝΩΣΚΟΝΤΑΙ;

Η έκταση της διαταραχής μπορεί να καθοριστεί μετρώντας την ελάχιστη συγκέντρωση μιας χημικής ουσίας που ο ασθενής μπορεί να διακρίνει ή να αναγνωρίσει. Επίσης μπορεί να ζητηθεί στον ασθενή να συγκρίνει μυρωδιές ή γεύσεις διαφορετικών χημικών ή να σημειώσει πως η ένταση μυρωδιών ή γεύσεων όταν η συγκέντρωση των χημικών αυξάνει.

Η σωστή διάγνωση από ειδικευμένο ιατρό όπως είναι ο ΩΡΛ είναι σημαντική.  Αυτοί οι ιατροί ειδικεύονται σε παθήσεις της κεφαλής και του τραχήλου, ειδικά σε σ΄αυτές του ωτός της ρινός και του λάρυγγος.  Η διάγνωση θα οδηγήσει στη θεραπεία.

Φάρμακα για Κρυολόγημα

ΑΝΤΙΣΤΑΜΙΝΙΚΑ- ΑΠΟΣΥΜΦΟΡΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΚΡΥΟΛΟΓΗΜΑΤΟΣ

Τα φάρμακα για τη βουλωμένη μύτη και τα προβλήματα των παραρρινίων κόλπων, της ρινικής συμφόρησης και του κοινού κρυολογήματος αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς των φαρμακευτικών βιομηχανιών.

Όταν χρησιμοποιούνται σωστά προσφέρουν ανακούφιση από ενοχλητικά συμπτώματα τα οποία εμφανίζονται σχεδόν σε όλα τα άτομα για κάποιο χρονικό διάστημα και σε ορισμένους σε χρόνια βάση.  Τα φάρμακα σ’ αυτές τις κατηγορίες είναι χρήσιμα για ανακούφιση συμπτωμάτων αλλεργίες, φλεγμονών του ανώτερου  αναπνευστικού όπως παραρρινοκολπίτιδων, κοινού κρυολογήματος, γρίπης και αγγειοκινητικής ρινίτιδας. Αυτά τα φάρμακα δεν θεραπεύουν τις αλλεργίες, μολύνσεις κ.λ.π. αλλά ανακουφίζουν από τα συμπτώματα ώστε ο ασθενής να αισθάνεται περισσότερο άνετα.

ΑΝΤΙΣΤΑΜΙΝΙΚΑ

Η ισταμίνη είναι ένας χημικός παράγων ο οποίος είναι υπεύθυνος για την υπεραιμία, φτάρνισμα και καταρροή της μύτης, φαινόμενα που απασχολούν ένα ασθενή με αλλεργίες ή φλεγμονή.  Τα αντισταμινικά φάρμακα μπλοκάρουν τη δράση της ισταμίνης και ως εκ τούτου περιορίζουν τα αλλεργικά συμπτώματα.  Για καλύτερο αποτέλεσμα θα πρέπει αυτά να παίρνονται πριν εμφανιστούν τα αλλεργικά συμπτώματα.

Η πιο συχνή παρενέργεια τους είναι η υπνηλία.  Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα όταν λαμβάνονται  πριν από τον ύπνο αλλά σε ασθενείς που χρειάζεται να τα χρησιμοποιούν την ημέρα μπορεί να προκαλέσουν υπνηλία με όλες τις συνέπειες.  Δεν συνιστάται η χρήση τους την ημέρα σε άτομα που οδηγούν αυτοκίνητο ή χειρίζονται επικίνδυνα μηχανήματα.

ΑΠΟΣΥΜΦΟΡΗΤΙΚΑ

Η συμφόρηση στη μύτη και τους παραρρίνιους κόλπους οφείλεται στο οίδημα και τη διαστολή των αγγείων στο βλεννογόνο της ρινός και των αεραγωγών.  Ο βλεννογόνος της μύτης  έχει μια αφθονία αγγείων με μεγάλη χωρητικότητα λόγω διάτασης.  Η ισταμίνη διεγείρει τη διάταση αυτή των αγγείων.  Τα αποσυμφορητικά από την άλλη προκαλούν αγγειοσύσπαση που αναγκάζει το αίμα να φύγει από το βλεννογόνο ώστε αυτός να συρρικνώνεται και να περνά πιο εύκολα ο αέρας.

Είναι ουσίες συγγενείς χημικά με την αδρεναλίνη, το φυσικό αγγειοσυσπατικό που είναι και ένα είδος διεργέτη.  Έτσι η παρενέργειά τους είναι μια νευρικότητα (jittery).  Μπορούν να προσθέσουν δυσκολία στον ύπνο και αύξηση της αρτηριακής πίεσης και της συχνότητας των σφυγμών.  Δεν πρέπει λοιπόν να χρησιμοποιούνται από άτομα με αρτηριακή υπέρταση, αρρυθμία ή καρδιακή πάθηση, καθώς και από ασθενείς που πάσχουν από γλαύκωμα.

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ

Θεωρητικά εάν ισορροπηθούν οι παρενέργειες, η υπνηλία από τα αντισταμινικά μπορεί να εξουδετερωθεί από τη διέγερση των αποσυμφορητικών.  Κυκλοφορούν έτσι διάφοροι συνδυασμοί .

Ένας ασθενής μπορεί να βρει σκεύασμα αρκετά βοηθητικό για αρκετούς μήνες ή χρόνια.  Μετά μπορεί να χρειαστεί να αλλάξει σ’ ένα άλλο αργότερα όταν το πρώτο χάσει τη δραστικότητά του.  Μια που κανένα δεν αντιδρά το ίδιο με κάποιο άλλο να δοκιμάσει να ρυθμίσει με τον γιατρό του τις ισορροπίες των δόσεων.  Για παράδειγμα μπορεί να πάρει αντισταμινικό μόνο τη νύχτα και αποσυμφορητικό μόνο την ημέρα.

Ή μπορεί να τα πάρει μαζί αυξάνοντας τη δόση του αντισταμινικού τη νύκτα και μειώνοντας τη δόση του αποσυμφορητικού.  Το αντίθετο μπορεί να κάνει τη μέρα.

 

ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

ΑΝΤΙΣΤΑΜΙΝΙΚΑ

Φτέρνισμα

Υπνηλία

Καταρροή

Στεγνό στόμα και μύτη

Βουλωμένη μύτη

Φαγούρα ματιών

Υπεραιμία

ΑΠΟΣΥΜΦΟΡΗΤΙΚΑ

Βουλωμένη μύτη

Διέγερση

Υπεραιμία

Αυτ. καρδ. ρυθμού

Αυπνία

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ

Όλα τα παραπάνω

Οποιοδήποτε από τα παραπάνω

ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΚΡΥΟΛΟΓΗΜΑΤΟΣ

Αυτά περιέχουν κυρίως αντισταμινικά κι αποσυμφορητικά , αλλά και άλλα συστατικά όπως κατασταλτικά του βήχα.  Ο γιατρός  πρέπει να επιλέξει τα συστατικά που ταιριάζουν στα συμπτώματα του ασθενή για να τον βοηθήσει.

SPRAY ΜΥΤΗΣ

Οι τύποι των ρινικών spray συνήθως περιέχουν αποσυμφορητικά για άμεσο ψεκασμό στο ρινικό βλεννογόνο.  Αυτά μπορούν να δώσουν άμεση ανακούφιση από την υπεραιμία με σύσπαση των αγγείων.  Όμως ο άμεσος ψεκασμός δημιουργεί ένα πολύ ισχυρότερο ερεθισμό από τον αντίστοιχο από το στόμα και εξασθενίζει την κυκλοφορία του αίματος της ρινός η οποία μετά από μερικές ώρες ερεθίζει τα αγγεία προκαλώντας διάταση των αγγείων για να αυξήσει την παροχή πάλι.  Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια αντίδραση (rebound ή bounce-back effect).  Η  υπεραιμία επιστρέφει.  Ο ασθενής νιώθει την ανάγκη την ανάγκη να χρησιμοποιήσει το spray ξανά και εάν το κάνει ξαναρχίζει ο κύκλος spray –  αποσυμφόρηση – αντίδραση και πάλι υπεραιμία.  Πάλι spray κοκ.  Σε μωρά αυτή η ρινίτιδα μπορεί να εγκατασταθεί μέσα σε 2 ημέρες.  Στα μωρά η διακοπή των spray  για 12-24h είναι η θεραπεία αλλά καλά μελετημένες περιπτώσεις ενηλίκων μπορεί να απαιτήσουν αποσυμφορητικά από το στόμα, μερικές φορές κορτικοστεροειδή και δυνατόν (μετά χρήση για μήνες ή χρόνια συνεχώς) ακόμη και χειρουργική επέμβαση.  Γι΄ αυτό το λόγο μη χρησιμοποιείτε τα αποσυμφοριτικά spray για περισσότερο από 7 ημέρες.

Η παραπάνω περιγραφή δεν συμπεριλαμβάνει τον τύπο των αντιαλλεργικών spray που συνταγογραφούνται από τον γιατρό σας για αντιμετώπιση της αλλεργίας.

Ρινορραγία

Τι πρέπει να γίνεται σε περίπτωση αιμορραγίας από τη μύτη(Ρινορραγία);

Η αιμορραγία από τη μύτη είναι ένα πρόβλημα που προκαλεί φόβο

Στην πραγματικότητα οι περισσότερες αιμορραγίες από τη μύτη, δεν αποτελούν ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα όσο φαίνονται να είναι.

Εντούτοις χρειάζεται προσοχή διότι ένα ποσοστό των περιπτώσεων αυτών, έχουν σχέση με σοβαρές παθήσεις και έτσι επιβάλλεται εγρήγορση και αναγνώριση της αιτίας που έχει προκαλέσει τη νόσο.

Σε περίπτωση που κάποιος παρουσιάσει αιμορραγία από τη μύτη ή επίσταξη όπως αποκαλείται ιατρικά, θα πρέπει να καθίσει και να σκύψει το κεφάλι λίγο προς τα μπροστά.

Το κεφάλι πρέπει να διατηρείται σε ένα επίπεδο πιο ψηλά από την καρδιά, γιατί έτσι θα αιμορραγεί λιγότερο.

Η ελαφριά κλίση της κεφαλής προς τα μπροστά, επιτρέπει στο αίμα να φεύγει προς έξω από τα ρουθούνια και όχι να πηγαίνει πίσω προς το φάρυγγα.

Η κλίση του κεφαλιού προς τα πίσω δεν πρέπει να γίνεται, διότι έτσι, το αίμα πάει προς τα πίσω και ο ασθενής το καταπίνει. Αυτό μπορεί να του προκαλεί ναυτία, εμετό και διάρροια.

Για να βοηθήσει ο ασθενής στο να σταματήσει η αιμορραγία, μπορεί να σφίξει ελαφριά, μεταξύ αντίχειρα και δείκτη, την περιοχή της μύτης που είναι μεταξύ του σκληρού μέρους της μύτης (ρινικά οστά) και του μαλακού μέρους που είναι πιο κάτω.

Είναι καλύτερα το σφίξιμο αυτό να διατηρηθεί για τουλάχιστο 5 λεπτά. Συνήθως μετά από 10 λεπτά, η επίσταξη σταματά. Εάν συνεχίζει, τότε ακόμη μια δοκιμή για 10 λεπτά μπορεί να βοηθήσει.

Επίσης η τοποθέτηση κρύου πάγου στην ίδια περιοχή της μύτης, βοηθά στο να σταματήσει η αιμορραγία.

Πότε ο ασθενής πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφτεί το γιατρό;

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτές που αναφέρονται πιο κάτω, θα πρέπει απαραίτητα, ο ασθενής να επισκεφτεί το γιατρό του:

  • Όταν η επίσταξη διαρκεί για περισσότερο από 15 λεπτά
  • Όταν η αιμορραγία προκλήθηκε από ένα τραυματισμό (κτύπημα στο πρόσωπο), μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα ή μετά από μια πτώση.
  • Στις περιπτώσεις που η μύτη αιμορραγεί συχνά
  • Όταν πρόκειται για αιμορραγία από το οπίσθιο μέρος της μύτης. Στις περιπτώσεις αυτές που είναι και οι σπανιότερες και που συνήθως συμβαίνουν στους ηλικιωμένους, η αιμορραγία προέρχεται από μεγάλα αγγεία του οπίσθιου μέρους της μύτης. Οι αιμορραγίες αυτές είναι σοβαρότερες και χρειάζονται απαραίτητα ιατρική αντιμετώπιση.

Στους ηλικιωμένους, η ψηλή πίεση, η αρτηριοσκλήρυνση, η αιμορραγική διάθεση που πιθανόν υπάρχει είτε λόγω ασθένειας είτε λόγω λήψης φαρμάκων όπως η ασπιρίνη, μπορούν να προκαλέσουν σοβαρής μορφής οπίσθια αιμορραγία της μύτης

Ο γιατρός θα διευκρινίσει κατά πόσο πρόκειται για πρόσθια ή οπίσθια επίσταξη. Θα διερευνήσει επίσης κατά πόσο υπάρχει μια άλλη ασθένεια είτε γενικευμένη είτε τοπική που είναι υπεύθυνη για την πρόκληση της αιμορραγίας.

Ο ειδικός γιατρός, ο ωτορινολαρυγγολόγος, μπορεί να χρησιμοποιήσει διάφορες μεθόδους για να σταματήσει την αιμορραγία.

Η αναρρόφηση για καθαρισμό, η τοποθέτηση βαμβακιού εμποτισμένου με αγγειοσυσταλτική ουσία, ο καυτηριασμός του αγγείου που αιμορραγεί, η ενδοσκόπηση της μύτης, ο πρόσθιος ή οπίσθιος επιπωματισμός της μύτης (ταμπονάρισμα), είναι μέθοδοι που είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσει ο γιατρός για να αντιμετωπίσει μια αιμορραγία από τη μύτη.

Σπάνια μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση για να σταματήσει η ρινορραγια.

Τι προκαλεί τις αιμορραγίες από τη μύτη;

Η μύτη έχει πολλά αιμοφόρα αγγεία τα οποία βοηθούν στο να θερμαίνεται και να υγραίνεται ο αέρας που εισπνέουμε. Επειδή βρίσκονται πιο κοντά στην επιφάνεια του     βλεννογόνου της μύτης, είναι πιο ευάλωτα στο να τραυματιστούν και να προκαλέσουν αιμορραγία.

Η συχνότερη αιτία πρόκλησης αιμορραγίας από τη μύτη είναι η ξηρότητα του εσωτερικού της μύτης

Σε χώρους που υπάρχει θέρμανση χωρίς να γίνεται παράλληλα ύγρανση του αέρα, ο βλεννογόνος της μύτης μπορεί να ξηραθεί και να προκαλέσει επίσταξη.

Το ξύσιμο της μύτης με τα δάκτυλα, ιδιαίτερα από τα νύχια, προκαλεί επίσταξη. Στο πρόσθιο μέρος της μύτης, ιδιαίτερα στο διάφραγμα, υπάρχουν πολλά αγγεία.

Οι περισσότερες περιπτώσεις επίσταξης συμβαίνουν σε παιδιά. Οφείλονται στη ξηρότητα της βλεννογόνου του εσωτερικού της μύτης, σε ρινίτιδες και στο ξύσιμο της μύτης με τα δάκτυλα.

Στα παιδιά ένα ξένο σώμα που εισέρχεται μέσα στη μύτη από τα ρουθούνια όπως επίσης και οι διάφοροι τραυματισμοί, μπορούν να προκαλέσουν επίσταξη.

Σε ενήλικες, οι τραυματισμοί, οι μολύνσεις της μύτης, οι αλλεργίες, η ψηλή πίεση, η αρτηριοσκλήρυνση, οι αιμορραγικές διαθέσεις, τα αντιπηκτικά φάρμακα, η ασπιρίνη, η ξηρασία και χαμηλή υγρασία του αέρα, είναι αιτίες πρόκλησης επίσταξης.

Πώς να χρησιμοποιείτε τις ρινικές σταγόνες

Πατήστε στο Πώς να χρησιμοποιείτε τις ρινικές σταγόνες για να το κάνετε download σε PDF

Kατευθυντήριες Γραμμές για Πολύποδες στη Μύτη

Πατήστε στο Kατευθυντήριες Γραμμές για Πολύποδες στη Μύτη για να το κάνετε download σε PDF

Αλλεργική Ρινίτιδα

Η αλλεργική ρινίτιδα θεωρείται σήμερα χρόνια αναπνευστική νόσος. Η επίπτωσή της παγκοσμίως κυμαίνεται από 7% έως 16% και αυξάνεται συνεχώς στη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών. Παρότι θεωρείται νόσος που δεν απειλεί άμεσα τη ζωή του ασθενούς, οι επιπτώσεις της ωστόσο στην ποιότητα ζωής του, στη φυσική και ψυχολογική του ευεξία, στην προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή του είναι τεράστιες και ορισμένες φορές συγκρίσιμες με αυτές του βρογχικού άσθματος. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο πιστεύεται ότι πάσχει το 23% του πληθυσμού, ωστόσο μόνο 1 στους 2 ασθενείς διαγιγνώσκεται και μόνο 1 στους 4 ασθενείς λαμβάνει σωστή θεραπεία.2

Αιτιοπαθογένεια

Η αλλεργική ρινίτιδα πρωτοεκδηλώνεται περί το τέλος της παιδικής ηλικίας, πολλές όμως περιπτώσεις εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της εφηβείας, ή και μεταγενέστερα. Στο 60% των περιπτώσεων υπάρχει οικογενειακό ιστορικό αλλεργίας. Η ατοπία θα πρέπει να θεωρείται γενετικό νόσημα, με τον περιορισμό ότι η απαντητικότητα της IgE διαφέρει της κλινικής εκδηλώσεως της ατοπίας. Πολλοί παράγοντες, γενετικοί και περιβαλλοντικοί, επιδρούν και τροποποιούν την έκφραση του γονιδίου της ατοπίας, προάγοντας τις διεργασίες που καταλήγουν στη νόσο. Έτσι, πέρα από τη γενετική προδιάθεση, απαιτείται και η ευαισθητοποίηση του ατόμου σε ένα ή περισσότερα αλλεργιογόνα, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει μήνες έως και χρόνια.

Η νόσος εκδηλώνεται όταν κάποιο αλλεργιογόνο συνδεθεί με την ειδική IgE ανοσοσφαιρίνη στη μεμβράνη του ευαισθητοποιημένου μαστοκυττάρου με αποτέλεσμα την αποκοκκίωση του και την απελευθέρωση μεσολαβητών, τόσο προσχηματισμένων (ισταμίνη, ηπαρίνη, πρωτεολυτικά ένζυμα, χημειοτακτικοί παράγοντες), όσο και νεοσχηματισμένων (προσταγλαδίνες, θρομβοξάνες, λευκοτριένες, PAF). Οι μεσολαβητές αυτοί είναι υπεύθυνοι για την πρόκληση τόσο των άμεσων, όσο και των επιβραδυνόμενων αντιδράσεων υπερευαισθησίας.

Κλινική εικόνα

Οι εκδηλώσεις της αλλεργικής ρινίτιδας και επιπεφυκίτιδας είναι χαρακτηριστικές και περιλαμβάνουν υδαρή ρινόρροια, ρινικό κνησμό, παροξυσμικούς πταρμούς, ρινική συμφόρηση ή απόφραξη, τον αναφερόμενο ως «αλλεργικό χαιρετισμό» και την εγκάρσια δερματική πτυχή στη ράχη της ρινός, κνησμό της υπερώας και του φάρυγγα, δακρύρροια, ερυθρότητα, κνησμό και καύσο στα μάτια. Η οπισθορρινική έκκριση προκαλεί συχνά επίμονο ξηρό βήχα, βράγχος φωνής και ερεθισμό του κατώτερου αναπνευστικού. Η επίμονη ρινική συμφόρηση έχει ως συνέπεια τη χρόνια στοματική αναπνοή, ξηρότητα των βλεννογόνων του στόματος και του φάρυγγα, διαταραχές ύπνου, ροχαλητό και υπνική άπνοια, ανοσμία, κεφαλαλγία, προσωπαλγία, δυσλειτουργία ευσταχιανής σάλπιγγας και παραρρινοκολπίτιδα. Από την κλινική εξέταση διαπιστώνονται οιδηματώδεις υγρές, ωχρές ή ωχροϊώδεις ρινικές κόγχες, καλυπτόμενες από στίλβον, διαυγές, ορώδες έκκριμα.

Προκειμένου να καθοριστεί κατά το δυνατόν ακριβέστερα και αντικειμενικότερα η βαρύτητα κάθε περίπτωσης εφαρμόζεται ένα σύστημα βαθμολόγησης των ρινικών και οφθαλμικών συμπτωμάτων με τιμές από 0 έως 3 (0:απουσία, 1:ήπια, 2:μέτρια, 3:σοβαρή) λαμβάνοντας υπόψη την υποκειμενική ένταση, τις επιπτώσεις τους στις καθημερινές σχολικές και εργασιακές δραστηριότητες και στον ύπνο και τη διάρκεια των συμπτωμάτων (0:απουσία, 1:<30 λεπτά, 2:30 λεπτά ως 2 ώρες, 3:>2 ώρες).1

Ταξινόμηση

Η παραδοσιακή ταξινόμηση της αλλεργικής ρινίτιδας ως “εποχιακής” ή “ολοετούς” υποδηλώνει διαφορετική αιτιολογία και διάρκεια συμπτωμάτων για κάθε τύπο ρινίτιδας.

Η ολοετής αλλεργική ρινίτιδα προκαλείται συχνότερα από εσωτερικά αλλεργιογόνα όπως ακάρεα της σκόνης, μύκητες, έντομα (κατσαρίδες), επιθήλια ζώων και αποτελεί μία μακροχρόνια ή ακόμη και μόνιμη νόσο, με επιδείνωση συνήθως κατά τους χειμερινούς μήνες, λόγω κακού αερισμού των εσωτερικών χώρων.

Η εποχιακή αλλεργική ρινίτιδα (πυρετός εκ χόρτου) σχετίζεται με μεγάλη ποικιλία αλλεργιογόνων εξωτερικού χώρου, όπως η γύρη και οι μύκητες. Εμφανίζεται σε καλά καθορισμένα χρονικά διαστήματα κάθε έτους. Έτσι οι γύρεις των δένδρων εμφανίζονται την άνοιξη (περίοδος ανθοφορίας) από το Φεβρουάριο ως το Μάιο, τα αγρωστώδη από το Μάιο ως τον Ιούλιο, τα ζιζάνια από τον Ιούλιο ως το Σεπτέμβριο και οι μύκητες από τον Ιούλιο ως τον Νοέμβριο.3

Η νέα ταξινόμηση από την ARIA2

Λαμβάνοντας υπόψη τις αδυναμίες της κρατούσας ταξινόμησης μία ομάδα 36 ειδικών η ARIA «Allergic Rhinitis and its impact on Asthma» σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας επιχείρησε επαναπροσδιορισμό των κλασσικών όρων “εποχιακή” και “ολοετής” αλλεργική ρινίτιδα και αντικατάστασή τους με τους ρεαλιστικότερους όρους “διαλείπουσα” και “εμμένουσα”. Επίσης πρότεινε η εκτίμηση της βαρύτητας της νόσου να γίνεται όχι πια με βάση την αντικειμενική αξιολόγηση και βαθμολόγηση των συμπτωμάτων, αλλά με βάση την αίσθηση ανικανότητας και την επίδραση στην ποιότητα ζωής του ασθενούς. Έτσι “ήπια” χαρακτηρίζεται η ρινίτιδα με λίγα συμπτώματα, χωρίς επίδραση στις καθημερινές δραστηριότητες και στον ύπνο του ασθενούς, “μέτρια” η ρινίτιδα με σημαντικά συμπτώματα που ενοχλούν τον ασθενή στις δραστηριότητες και τον ύπνο του και τον κάνουν να επιζητά την θεραπεία και “σοβαρή” η ρινίτιδα με τόσο έντονα συμπτώματα, ώστε ο ασθενής να μη μπορεί να λειτουργήσει κανονικά ή και να κοιμηθεί, χωρίς θεραπεία. Με βάση τα παραπάνω, τόσο από παθοφυσιολογική άποψη, όσο και από άποψη θεραπευτικής στρατηγικής, καθορίζονται τρεις κλινικές οντότητες αυξανόμενης βαρύτητας: α) Ήπια διαλείπουσα ρινίτιδα β) Μέτρια προς σοβαρή διαλείπουσα ρινίτιδα και ήπια εμμένουσα ρινίτιδα γ) Μέτρια προς σοβαρή εμμένουσα ρινίτιδα (Πίνακας1).

Διάγνωση

Η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας θα βασισθεί κυρίως στην προσεκτική λήψη του ιστορικού, στα ευρήματα της κλινικής εξέτασης και στη συσχέτισή τους με τα αποτελέσματα των in vivo και in vitro δοκιμασιών για την ανεύρεση των υπεύθυνων για τα συμπτώματα αλλεργιογόνων.

Κυτταρολογική εξέταση ρινικού εκκρίματος

Ηωσινοφιλία >20% στο ρινικό έκκριμα είναι ενδεικτική αλλεργίας σε εισπνεόμενα αλλεργιογόνα, μη αλλεργικής ηωσινοφιλικής ρινίτιδας και συνδρόμου υπερευαισθησίας στην ασπιρίνη. Βασεοφιλία και μαστοκυττάρωση παρατηρείται στις τροφικές αλλεργίες και στη ρινική μαστοκυττάρωση, ενώ ουδετεροφιλία στις βακτηριακές λοιμώξεις.3

Δερματικές δοκιμασίες

Αποτελούν πολύ χρήσιμες in vivo δοκιμασίες για την ανίχνευση αλλεργίας σε συγκεκριμένα αλλεργιογόνα. Διακρίνονται στις επιδερμικές δοκιμασίες (prick tests) και στις ενδοδερμικές δοκιμασίες (intradermal tests). Οι ευρέως χρησιμοποιούμενες επιδερμικές δοκιμασίες αποτελούν ταχείες και ασφαλείς δοκιμασίες ανίχνευσης αλλεργίας σε πολλαπλά αντιγόνα.

Δοκιμασίες RAST

Η ραδιοαλλεργοπροσροφητική δοκιμασία RAST αποτελεί μία εναλλακτική in vitro τεχνική ανίχνευσης των κυκλοφορούντων ειδικών IgE ανοσοσφαιρινών έναντι διαφόρων αλλεργιογόνων. Πλεονεκτήματά της συγκριτικά με τις δερματικές δοκιμασίες είναι ότι δεν εμφανίζει ποικιλομορφία απαντήσεων, δεν επηρεάζεται από την λήψη φαρμάκων, όπως τα αντιισταμινικά και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, είναι περισσότερο ειδική, αποτελεί ποσοτική δοκιμασία ανίχνευσης του βαθμού της αλλεργίας και γίνεται με ασφάλεια σε ασθενείς που λαμβάνουν β-αναστολείς.

Θεραπεία

Οι κύριες θεραπευτικές στρατηγικές που εφαρμόζονται στην αλλεργική ρινίτιδα είναι η αποφυγή των αλλεργιογόνων, η φαρμακοθεραπεία και η ανοσοθεραπεία.

Αποφυγή αλλεργιογόνων

Περιλαμβάνει διάφορα μέτρα τροποποίησης του περιβάλλοντος του ασθενούς με σκοπό την ελάττωση του αλλεργικού φορτίου. Τέτοια μέτρα είναι η απομάκρυνση των υπεύθυνων φυτών από το άμεσο περιβάλλον, η αποφυγή κυκλοφορίας έξω από το σπίτι τις ώρες της ανθοφορίας, η χρήση ειδικών φίλτρων απομάκρυνσης των σωματιδίων του αέρα, η χρήση ακαρεοκτόνων, η χρήση συνθετικών χαλιών, ο τακτικός καθαρισμός και αερισμός των σπιτιών, η τακτική αλλαγή των φίλτρων στα κλιματιστικά, η αποφυγή υγρασίας στους εσωτερικούς χώρους, η απομάκρυνση τυχόν υπεύθυνων κατοικίδιων ζώων. Αν και πολλά από τα παραπάνω μέτρα είναι αποτελεσματικά, ωστόσο οι σύγχρονες συνθήκες κατοικίας και διαβίωσης, σε συνδυασμό με το αερομεταφερόμενο των γύρεων σε μεγάλες αποστάσεις καθιστούν την αποφυγή των υπεύθυνων αλλεργιογόνων μία ιδιαίτερα πολύπλοκη και δυσχερή υπόθεση.

Φαρμακοθεραπεία1,3

Σκοπός της φαρμακοθεραπείας στην αλλεργική ρινίτιδα είναι η ανακούφιση των συμπτωμάτων και όχι η θεραπεία της νόσου. Έτσι ενδείκνυται κυρίως σε ρινίτιδες ήπιας προς μέτριας βαρύτητας και διάρκειας όχι μεγαλύτερης των 3-4 μηνών το χρόνο. Οι κυριότερες κατηγορίες φαρμάκων είναι:

Αντιισταμινικά

Πρόκειται για ανταγωνιστές των Η1 υποδοχέων της ισταμίνης στα κύτταρα στόχους. Επιδρούν κυρίως στα συμπτώματα της άμεσης αλλεργικής αντίδρασης (κνησμός, πταρμοί, ρινόρροια, δακρύρροια), ενώ είναι λιγότερο αποτελεσματικά στα συμπτώματα της καθυστερημένης φάσης της αλλεργικής αντίδρασης, όπως η ρινική συμφόρηση. Τα σύγχρονα, δεύτερης γενεάς αντιισταμινικά έχουν ελάχιστη ή και καθόλου κατασταλτική και αντιχολινεργική δράση, ενώ επιπλέον περιορίζουν τόσο την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών, όσο και τη μετανάστευση των ηωσινοφίλων.

Ρινικά κορτικοστεροειδή

Τα ρινικά στεροειδή αποτελούν φάρμακα πρώτης επιλογής στην αντιμετώπιση της μέτριας προς σοβαρή αλλεργικής ρινίτιδας. Η δράση τους συνίσταται στην αναστολή της παραγωγής και απελευθέρωσης των μεσολαβητών και στην ελάττωση της συγκέντρωσης των φλεγμονωδών κυττάρων. Αποτελούν τα πλέον αποτελεσματικά αντιφλεγμονώδη φάρμακα, με σαφή επίδραση μεταξύ άλλων και στη ρινική συμφόρηση, υπό την προϋπόθεση όμως της τακτικής και παρατεταμένης χρήσης τους. Πρόκειται για ασφαλή σκευάσματα, χωρίς κίνδυνο καταστολής του άξονα, ακόμα και σε παρατεταμένη χορήγηση. Συχνότερη παρενέργειά τους είναι η ήπια επίσταξη σε ποσοστό 10% περίπου, ενώ η αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και ο καταρράκτης αποτελούν εξαιρετικά σπάνιες παρενέργειες.

Λόγω επίδρασής τους σε διαφορετικούς παθογενετικούς μηχανισμούς, ο συνδυασμός ρινικών στεροειδών με αντιισταμινικά χρησιμοποιείται συχνά για την αντιμετώπιση ασθενών με μέτρια προς σοβαρά συμπτώματα, που δεν ανταποκρίνονται σε μεμονωμένες θεραπείες.

Συστηματικά κορτικοστεροειδή

Σπανιότερα, σε σοβαρές και ανθεκτικές στη θεραπεία περιπτώσεις, μπορούν να χρησιμοποιηθούν συστηματικά κορτικοστεροειδή, είτε σαν χάπια από το στόμα, είτε ενδομυϊκά υπό μορφή βραδείας αποδέσμευσης. Η δεύτερη αυτή μορφή σύμφωνα με ορισμένες μελέτες φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματική από την πρώτη.

Αποσυμφορητικά

Πρόκειται για α-αδρενεργικούς αγωνιστές που προκαλούν αγγειοσύσπαση και αποσυμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου και των κογχών. Μπορούν να χορηγηθούν είτε τοπικά, είτε συστηματικά. Τα τοπικά αποσυμφορητικά (ναφαζολίνη, ξυλομεταζολίνη, φαινυλεφρίνη) δεν πρέπει να χορηγούνται για διάστημα μεγαλύτερο των 3-5 ημερών, λόγω του γνωστού κινδύνου πρόκλησης φαρμακευτικής ρινίτιδας. Αντίθετα τα συστηματικά από του στόματος αποσυμφορητικά (φαινυλοπροπανολαμίνη, ψευδοεφεδρίνη) δεν εμφανίζουν τέτοιο κίνδυνο, ωστόσο θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, υπέρταση, διαβήτη και υπερθυρεοειδισμό, λόγω των ισχυρών συμπαθομιμητικών τους επιδράσεων.

Σταθεροποιητές μαστοκυττάρων

Τα φάρμακα αυτά, όπως το χρωμογλυκικό νάτριο και η νατριούχος νεντοκρομίλη, χρησιμοποιούνται με τη μορφή ρινικών σπρέι ως προφυλακτικά φάρμακα της αλλεργικής ρινίτιδας πριν από την έκθεση στα αλλεργιογόνα και η δράση τους είναι ήπια.

Ανταγωνιστές λευκοτριενών

Η μοντελουκάστη, ως ανταγωνιστής των υποδοχέων των λευκοτριενών, χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία στο βρογχικό άσθμα. Η δράση της ως μονοθεραπεία στην αλλεργική ρινίτιδα είναι ανεπαρκής, ωστόσο μελετάται η χρήση της συμπληρωματικά με τα κορτικοστεροειδή και τα αντιισταμινικά στις σοβαρότερες μορφές αλλεργικής ρινίτιδας.

Άλλοι ενδορινικοί παράγοντες

Τα ρινικά αντιισταμινικά, όπως η λεβοκαβαστίνη θεωρείται ότι έχουν ανάλογη αποτελεσματικότητα με αυτή των από του στόματος αντιισταμινικών στην αντιμετώπιση των ρινικών συμπτωμάτων και ιδιαίτερα της ρινόρροιας. Εκλεκτική δράση στη ρινόρροια έχουν και αντιχολινεργικοί παράγοντες χορηγούμενοι τοπικά όπως το ιπρατρόπιο.

Ανοσοθεραπεία

Η ανοσοθεραπεία ενδείκνυται σε ασθενείς με μέτρια προς σοβαρή εμμένουσα αλλεργική ρινίτιδα, που δεν ανταποκρίνεται στην φαρμακοθεραπεία και την αποφυγή των αλλεργιογόνων ή μπορεί να επιπλέκεται με βρογχικό άσθμα και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του αναπνευστικού, επηρεάζοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Συνίσταται στην υποδόρια χορήγηση διαλυμάτων των υπεύθυνων αλλεργιογόνων σε αυξανόμενες εβδομαδιαίες δόσεις, μέχρι μιας μέγιστης δόσης συντήρησης, η οποία χορηγείται για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα (συνήθως 3-5 χρόνια ή και περισσότερο). Σκοπός της ανοσοθεραπείας είναι ο μακροπρόθεσμος έλεγχος των αλλεργικών συμπτωμάτων κατόπιν παρέμβασης στους παθογενετικούς μηχανισμούς της άμεσης και καθυστερημένης αλλεργικής αντίδρασης, με τελικό αποτέλεσμα τη μεταβολή της φυσικής ιστορίας της νόσου.

Η ανταπόκριση στην ανοσοθεραπεία και η διάρκεια της ύφεσης των συμπτωμάτων μετά το τέλος της ποικίλλουν. Αναφέρεται ένα ποσοστό υπολειμματικής απευαισθητοποίησης περίπου 60%3. Μελέτες σε παιδιά ηλικίας 6 έως και 14 ετών με αλλεργική ρινίτιδα έδειξαν ότι αυτά που υποβλήθηκαν σε ανοσοθεραπεία είχαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά ανάπτυξης άσθματος από αυτά που δεν υποβλήθηκαν1.

Μειονεκτήματα της ανοσοθεραπείας είναι ο κίνδυνος τοπικών, αλλά κυρίως συστηματικών αντιδράσεων, οι οποίες ανέρχονται σε ποσοστό 5-10% (1-3% σοβαρές), η ενόχληση από τις συχνές ενέσεις και τη μακρά διάρκεια της θεραπείας και η αβεβαιότητα σχετικά με την ισχύ και τη σταθερότητα των εκχυλισμάτων των αλλεργιογόνων, η οποία όμως τείνει να βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια. Μία εναλλακτική οδός είναι η υπογλώσσια χορήγηση ανοσοθεραπείας, που χρησιμοποιείται ευρέως τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη. Αν και η ασφάλειά της είναι πολύ μεγαλύτερη, η αποτελεσματικότητά της είναι σαφώς μικρότερη από αυτή της υποδόριας χορήγησης1.

Βιβλιογραφία

  1. Plaut M.,Valentine M. Allergic rhinitis. N Engl J Med 2005; 353:1934-1944.
  2. Bousquet J., et al. Allergic rhinitis and its impact on asthma, ARIA workshop report. J Allergy Clin Immunol 2001; 108: 147-334.
  3. Lee K.J., Essential Otolaryngology, 7th ed, McGraw-Hill, New York, 1999; 269-310.
  4. Bachert C. et al. Comorbidity of Allergic rhinitis, the UCB Institute of Allergy (Eds), 2001.

Οπίσθια Ρινορραγία

ΟΠΙΣΘΙΑ ΡΙΝΟΡΡΑΓΙΑ – ΕΝΔΟΣΚΟΠΙΚΗ ΚΑΥΤΗΡΙΑΣΗ ΣΦΗΝΟΥΠΕΡΩΙΟΥ ΑΡΤΗΡΙΑΣ

Η οπίσθια ρινορραγία είναι δυνητικά μια επικίνδυνη κατάσταση για την ζωή του ασθενή και είναι ένα πρόβλημα που πολλές φορές δύσκολα αντιμετωπίζεται

Η ρινορραγία είναι ένα πρόβλημα που συχνά αντιμετωπίζει ο ωτορινολαρυγγολόγος στα επείγοντα περιστατικά της καθημερινότητας. Τις περισσότερες φορές δεν ανευρίσκεται το σημείο που αιμορραγεί και επίσης δεν ανευρίσκεται κάποια αιτία. Όταν η ρινορραγία είναι πρόσθια και ανευρίσκεται το σημείο αιμορραγίας μπορεί να αντιμετωπιστεί με χημική η ηλεκτρική καυτηρίαση. Αντιμετωπίζετε επίσης με πωματισμό (γάζα στην μύτη) το οποίο είναι επώδυνο και μπορεί να δημιουργήσει πολλά προβλήματα όπως υποξία, αναπνευστική δυσχέρεια τραύμα στο εσωτερικό της μύτης η ακόμη και νέκρωση. Ο πωματισμός λόγω του τραυματισμού που προκαλεί καταστρέφει τον βλεννογόνο της μύτης και αυτό οδηγεί σε φαύλο κύκλο με επαναλαμβανόμενες ρινορραγίες. Παλαιότερα οι τεχνικές που ακoλουθούνταν εκτός του πωματισμού ήταν η απολίνωση της έσω γναθιαίας αρτηρίας διά μέσω του ιγμορείου άντρου η απολίνωση της έξω καρωτίδας. Οι τεχνικές αυτές έχουν σχεδόν καταργηθεί λόγω του ότι μπορούν να προκαλέσουν τραυματισμό στο υποκόγχιο και στο πνευμονογαστρικό νεύρο αντίστοιχα. Λόγω αυτών των προβλημάτων σε μεγάλες ρινορραγίες έχει καθιερωθεί σαν ρουτίνα η ενδοσκοπική απολίνωση η καυτηρίαση της σφηνουπερώιου αρτηρίας.

Η σφηνουπερώιος αρτηρία είναι ένας από τους τελικούς κλάδους της έσω γναθιαίας αρτηρίας. Εισέρχετε στην μύτη από το σφηνουπερώιο τρήμα και αιματώνει το 90% του βλεννογόνου της μύτης. Τα τελευταία χρόνια με την εξέλιξη της ενδοσκοπικής χειρουργικής έχουμε ευκολότερη και ασφαλέστερη πρόσβαση σε περιοχές που παλαιότερα η πρόσβαση ήταν δύσκολη και επικίνδυνη. Έτσι αυτή την στιγμή εύκολα και με ασφάλεια μπορούμε να αποκαλύψουμε την περιοχή όπου εισέρχεται η σφηνουπερώιος αρτηρία στην μύτη και με ειδικά εργαλεία να την απολινώσουμε η να την καυτηριάσουμε. Η παραμονή στο νοσοκομείο είναι σύντομη(24 ώρες). Ας μην ξεχνάμε ότι οι ασθενείς με δύσκολες και επιμένουσες ρινορραγίες στους οποίους τοποθετείτε γάζα εκτός των προβλημάτων που προαναφέρθηκαν χρήζουν παραμονής στο νοσοκομείο τουλάχιστο τέσσερις ημέρες

Η ενδοσκοπική απολίνωση της σφηνουπερώιου αρτηρίας σε έμπειρα χέρια είναι μια απλή μέθοδος ρουτίνας για την αντιμετώπιση των οπίσθιων ρινορραγιών.